Αναγνώστες

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

γιατί έγραψα το "ο νούνος"

 

Μ' αρέσει να γράφω. Το κάνω από χόμπυ. Μικρός καθόμουν στο μπαλκόνι κι έγραφα- στο χέρι- "μυθιστορήματα". Μικρές ανούσιες μάλλον ιστορίες, που κάποια φορά τόλμησα να τις δώσω στη φιλόλογό μου στο Γυμνάσιο, να τις διαβάσει. Δεν πρέπει να εντυπωσιάστηκε και ιδιαίτερα, ούτε έκανε κάποιο σχόλιο για την όλη πρόσπάθεια. Είχα πάντα όμως στο μυαλό μου "μια μέρα να γράψω κάτι". Έγραψα πολλά. Τα περισσότερα τα διάβασε...το συρτάρι μου, άντε και πέντε (μετρημένοι πέντε) πολύ στενοί φίλοι.

Αργότερα ήρθαν τα social media. Δειλά δειλά, άρχισα να γράφω ιστορίες. Άλλοτε αληθινές, άλλοτε φανταστικές. Πάντα όμως εμπνευσμένες απο την πραγματικότητα. Λατρεύω τις αληθινές ιστορίες. Ακόμα περισσότερο λατρεύω και θαυμάζω τους συγγραφείς που πλέκουν μια μυθοπλασία και την κουμπώνουν πάνω σε ιστορικά γεγονότα βάζοντας τους πρωταγωνιστές τους να ξαναζούν την ιστορία.

Σε μία απο τις επισκέψεις μου στον γέροντα πια πατέρα μου, ειπώθηκε η ιστορία του "νούνου". Η πρώτη μου σκέψη ήταν "αυτό θα γίνει ένα πολύ καλό ποστ στο facebook". Άρχισα ήδη να σκέφτομαι πώς θα το οργανώσω και μάλιστα ξεκίνησα να το γράφω. Ένιωθα οτι ήταν λάθος. "Αξίζει κάτι καλύτερο", σκέφτηκα. "Αυτό θα μπορούσε να γίνει ένα ωραίο βιβλίο, να βρεθεί κάποιος να το γράψει, να το συντάξει, να δέσει την ιστορία όπως πραγματικά της αρμόζει".

Κράτησα την ιστορία "κρυφή". Δεν ανακοίνωσα τίποτα στους διαδικτυακούς μου φίλους. Μ' έτρωγε το σαράκι όμως. Η ιστορία ήταν εκεί κι έπρεπε κάποιος να την πει. Ποιός; Ο κλήρος έπεφτε σε μένα. Κι έτσι άρχισε η περιπέτεια.

Είναι δύσκολο να αναπλάσεις μια ιστορία που έγινε πριν από εκατό χρόνια. Ακόμα πιο δύσκολο να μπεις στο πετσί του κάθε ρόλου και να βάλεις λόγια στο στόμα των ηρώων σου, λόγια που μπορεί να μην ειπώθηκαν ποτέ ή και όχι. Ένιωθα περίεργα όποτε έγραφα κουβέντες που ο "νούνος" μπορεί να μην είπε ποτέ και κάθε φορά έλεγα "βλακείες κάνω, θα τα παρατήσω....αυτά δεν έγιναν ποτέ". Παρ' όλα αυτά, επέμεινα.

Μάζεψα όσα στοιχεία είχα. Απευθύνθηκα στο τμήμα ιστορίας στρατού- δεν πήρα απάντηση ποτέ. Χρησιμοποιήσα το chat gpt, όχι για να μου γράψει την ιστορία, αλλά για να αντλήσω στοιχεία. Με όσες πληροφορίες διέθετα για το νουνο και τη θητεία του στη μικρασιατική εκστρατεία, φωτογραφίες της εποχής, βρήκα μερικά χρήσιμα- και όπως αποδείχτηκε μετά, αληθινά- στοιχεία. Ο "νούνος" ήταν εκεί. Κι εγώ έπρεπε να αφηγηθώ τα συμβάντα.

Θα συμφωνήσω με τον Καζαντζάκη: Στο "Ο τελευταίος πειρασμός" αναφέρει τον Ευαγγελιστή Ιωάννη σαν έναν άνθρωπο που έχει τις δικές του σκοτούρες και βάσανα. Ωστόσο, τον έχει επιλέξει ο Θεός για να γράψει τα λόγια του. Κατεβαίνει το Πνεύμα και μπαίνει στο μυαλό του Ιωάννη κι αυτός βασανίζεται: Αρχίζει να γράφει, να γράφει, χωρίς να ορίζει το χέρι του και τη γραφή του. Γράφει και παρακαλεί το Πνεύμα να φύγει, να τον αφήσει στην ησυχία του, στα βάσανά του, όμως πρέπει αυτά τα λόγια να ειπωθούν, να γραφτούν, να μείνουν. Έτσι, γράφει το Ευαγγέλιο.

Κάπως έτσι γράφτηκε και "ο νούνος". Ξύπναγα τα βράδυα και βασανιζόμουν....να σηκωθώ να γράψω τώρα, πριν χάσω την ιδέα. Να σηκωθώ να το τελειώσω. Κι έγραφα ασταμάτητα, αλλά ένα βιβλίο δεν γράφεται μέσα σε ένα σαββατοκύριακο. Ήθελε ψάξιμο, έρευνα, μελέτη της Ιστορίας. Κι έτσι, στον λίγο χρόνο που είχα διαθέσιμο έπρεπε να ψάξω, να ερευνήσω να μελετήσω. Να μάθω μια ιστορία που ποτέ δεν ειπώθηκε στο σχολείο- ή όταν ειπώθηκε είχα το μυαλό μου στις πανελλήνιες κι όχι στη "Μεγάλη Ιδέα" του Βενιζέλου. Και μετά η Ιστορία ξεθώριασε και χάθηκε.

Και έτσι απορροφήθηκα στο ψάξιμο στις μάχες στο Σαγγάριο ποταμό και ξέχασα τη μικρή μου στο σχολείο και μόνο πολύ αργότερα θυμήθηκα οτι έπρεπε να την είχα σχολάσει απο ώρας...

Το βιβλίο ολοκληρώθηκε σε τρεις περίπου μήνες. Τρεις μήνες αδιάκοπου γραψίματος και έρευνας της Ιστορίας. Δεν έχει σκοπό να ξαναγράψει την ιστορία ούτε να την αφηγηθεί απο άλλη οπτική γωνία. Υπάρχουν συγγραφείς που απέδωσαν την μικρασιατική καταστροφή, την πυρπόληση της Σμύρνης, το διωγμό των Ποντίων και του ελληνισμού της Μικράς Ασίας πολύ καλύτερα απο εμένα.

Εγώ παραθέτω την ιστορία με τα μάτια ενός φτωχού, αγράμματου Κερκυραίου χωρικού.

Του νούνου. 

 

η φώτο είναι απο αναγνώστρια στο Bodrum (Αλικαρνασσός)

(Η φωτογραφία είναι απο αναγνώστρια στην Αλικαρνασσό (Bodrum) της Τουρκίας. Ποιός να το 'λεγε οτι ο Νούνος θα επέστρεφε εκατό χρόνια μετά σ' εκεινα τα εδάφη, έστω και ως βιβλίο.)

Ο νούνος με τη Θοδώρα

 
Ξεχασμένη στο συρτάρι η παλιά φωτογραφία.
 
Ο Νούνος και η νούνα (Θοδώρα) αρκετά χρόνια μετά την επιστροφή του στο χωριό.

 

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Το ταξιδι συνεχιζεται...

 



Ο νούνος στην Κω, μεταξύ εκκλησίας και τζαμιού, ισορροπεί όπως και τοτε, ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς 


Ευχαριστώ!!

Απόσπασμα

Από το βιβλίο μου "Ο Νούνος".

 

 

...Ψαλίδιζε το μουστάκι του ο Γιώργης εκείνο το πρωί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Οι κακουχίες από τους αλλεπάλληλους πολέμους και την μακρόχρονη εκστρατεία του στον αφιλόξενο και ξένο ταυτόχρονα ετούτο τόπο τον είχαν καταβάλλει. Το μυαλό του πήγε στο χωριό. Θα ετοιμάζονταν όλοι για τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων.

Τα παιδιά θα χτυπάγανε τις πόρτες των σπιτιών με τη σειρά για να πουν τα κάλαντα και να αναγγείλουν το χαρμόσυνο γεγονός της Γέννησης. Θα ‘χανε χτυπήσει και την πόρτα της Θοδώρας, η οποία θα χε ακούσει τα μακροσκελή παραδοσιακά κάλαντα, που τα παιδιά τα λέγανε με όρεξη, ολόκληρα, για ώρα πολλή, εξιστορώντας τη γέννηση του Θεανθρώπου, τη θηριωδία του Ηρώδη, το άστρο που οδήγησε τους μάγους στη Βηθλεέμ... Και η Θοδώρα, για δώρο, θα τους έδινε μια χούφτα σύκα ξερά, καρύδια και φουντούκια για την ευλογία.

Ο παπα Σπύρος θα ετοίμαζε την εκκλησία για τη μεγάλη γιορτή. Θα σκόρπιζε δαφνόφυλλα και θα στόλιζε τις εικόνες ετοιμάζοντας το ναό για να ψάλλουν όλοι μαζί το «Η Γέννησή σου Χριστέ».

Σκέφτηκε τη Θοδώρα του. 25 Δεκέμβρη, ανήμερα Χριστούγεννα, τούτοι εδώ πολεμούσαν για να καταλάβουν τα υψώματα του Αφιόν Καραχισάρ. Η Θοδώρα του σίγουρα αυτή τη μέρα θα έβαζε τα καλά της και με την οικογένειά της, ή ίσως τον άντρα της αφού τώρα θα είχε πια παντρευτεί, θα έντυνε όμορφα τα παιδιά της και θα πήγαινε αχάραγα στην εκκλησία να παρακολουθήσει τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία.

Σταυροκοπήθηκε ο Γιώργης στη σκοπιά ξημερώματα της 25ης του Δεκέμβρη του 1921. Τη μέρα που γεννήθηκε ο Χριστός στη Γη, το «και επι Γης ειρήνη» πήγε περίπατο, αλλά τι σημασία είχε με τους αλλόθρησκους, που πίστευαν σε Αλλάχ αυτοί κι όχι στη γέννηση του Θεανθρώπου. Άραγε, πόσους να σκότωσε εκείνη τη μέρα; Πόσες Τουρκάλες μάνες να άφησε να κλαίνε τα παιδιά τους με τα πυρά του; «Αλλά καλύτερα να κλαίνε αυτές, παρά η δική μου, Χριστουγεννιάτικα», σκέφτηκε.

  Άφησε για μια στιγμή το ψαλιδάκι που κρατούσε και κοιτάχτηκε καλά στον καθρέφτη. Είχε αλλάξει. Κόντευε πια τα τριάντα και στη ζωή του από όταν ενηλικιώθηκε δεν γνώρισε άλλο από πολέμους και σκοτωμούς. Κοίταξε το ταλαιπωρημένο του πρόσωπο. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Η όψη του έμοιαζε περισσότερο με όψη αλεπούς. Το βλέμμα του, γερακίσιο. Τόσα χρόνια στα μέτωπα και στον πόλεμο είχε μάθει να φυλάγεται, είχε μάθει να πονηρεύεται με το κάθε τι. Ήταν πια βετεράνος, όχι σαν τον αμούστακο Αντώνη που μπορεί να ‘χε κοφτερό μυαλό, διορατικότητα, να είχε μάθει και γράμματα στην Κρήτη αλλά από μάχες και πολέμους και σκοτωμούς δεν είχε ιδέα.

Τον είχε δίπλα του στις μάχες και τον προστάτευε όσο μπορούσε σαν δεύτερος πατέρας. Του είχε μάθει μερικά μυστικά της τέχνης του πολέμου για να μπορεί να προστατεύει τον εαυτό του όσο καλύτερα μπορούσε. Ευτυχώς, ανήκαν και οι δύο στο πυροβολικό κι επομένως δεν είχαν τακτικά μάχες σώμα με σώμα καθώς ο ρόλος τους ήταν περισσότερο υποστηρικτικός, να ρίχνουν βολές προς τα εμπρός καλύπτοντας το πεζικό που ήταν πιο μπροστά από τις δικές τους θέσεις.

Ανήμερα Χριστούγεννα κι αντίς να ‘ναι στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, που πάντα σφάζανε στο χωριό ένα γάλλικο (1) τούτος εδώ ήταν χαμένος στα βάθη της μικρασίας, μουσκεμένος ως το κόκκαλο, να φυλάει σκοπιά τουρτουρίζοντας απ’ το κρύο στα υψώματα και να λυκοφυλάει στις ερημιές μη τυχόν επιτεθούν οι Τούρκοι.

Έπεφτε ραγδαία η βροχή ξημερώνοντας η μέρα της γέννησης του Θεανθρώπου. Σ’ αυτά τα καταραμένα υψώματα το ψύχος ήταν τσουχτερό και η βροχή καταρρακτώδης και τον μούσκευε μέχρι το κόκκαλο. Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ ήρεμα. Κάθε τόσο ξεσπούσαν μάχες, συνήθως μεμονωμένες άλλοτε γενικευμένες. Οι δυο στρατοί είχαν παραταχθεί στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού και ζύγιζαν την κατάσταση. Οι Έλληνες ήθελαν να προχωρήσουν αλλά οι Τούρκοι δεν τους έδιναν την ευκαιρία.

Του ήρθε στο μυαλό ο γιος του παπα Σπύρου. «Πού στο καλό να ‘ναι αυτή η ψυχή;» αναρωτήθηκε. «Άραγες να ζει; Να σκοτώθηκε; Να ‘ναι καλά; Έλεγε οτι στη μικρασία θα έψαχνε να βρει το σπίτι του Καραγκιόζη. Ποιός ξέρει αν το βρήκε πράγματι...» Δεν ήξερε και δεν μπορούσε κανείς να του απαντήσει.

Εκείνος είχε καταταγεί στην ΙΙΙ Μεραρχία με διοικητή τον Μανουσογιαννάκη, έμπειρο στρατιωτικό. Σίγουρα θα τα κατάφερνε κι εκείνος καλά, κάποιον Άγιο θα ‘χε κι αυτός να τον φυλάει από ‘κει ψηλά. Θα τελείωναν όλα αργά ή γρήγορα και θα βρίσκονταν όλοι να γιορτάσουν στην πλατεία του χωριού με ένα μεγάλο ατέλειωτο γλέντι την επιστροφή στο χωριό. Εκεί θα ανακοίνωνε και τους γάμους του με τη Θοδώρα.

Χαμογέλασε αμυδρά. Θα ζούσε άραγε να τα δει αυτά να συμβαίνουν; Δεν ήξερε. Έπιασε ξανά το ψαλιδάκι κι άρχισε να περιποιείται το μουστάκι του με μικρές κοφτές κοψιές δεξιά κι αριστερά μέχρι να το φέρει στο επιθυμητό μήκος.



[1] Η γαλοπούλα

 

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

 

 




Μια κριτική....




Ο Νούνος

 


 
Η αληθινή και συνάμα συγκινητική ιστορία του "νούνου", αδελφού του πατρικού μου παππού και ταυτόχρονα νουνού του πατέρα μου, όπως μου την αφηγήθηκε σχετικά πρόσφατα ο ίδιος ο πατέρας μου- μια ιστορία που γνώριζα αποσπασματικά αλλά ποτέ ολόκληρη.
 
 
 
 
Αποτέλεσε μεγάλη πρόκληση για μένα να φτιάξω μια ιστορία και να την κουμπώσω στα όσα πραγματικά έζησε "ο νούνος" και κυρίως πάνω στα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στις αρχές του περασμένου αιώνα, καθώς η αφήγηση παρουσίαζε κενά, ίσως και αντιφάσεις.
 
Βασίστηκα στην αφήγηση του πατέρα μου, σε προσωπικές του σημειώσεις, ιστορικές πηγές και έρευνα (λατρεύω τα μυθ-ιστορήματα) και .....στη φαντασία μου, που με έκανε να περάσω αρκετά βράδια άυπνος μέχρι να τα γράψω.
 
Ελπίζω να κατάφερα, στις 264 σελίδες του, να αποδώσω έστω και σε πολύ μικρό βαθμό την ένταση της ιστορίας όπως την έζησα κι εγώ γράφοντάς την, και το βιβλίο- για όσους το διαβάσετε- να σας συγκινήσει και να σας αφήσει αυτό το "κάτι" που αφήνουν μερικές φορές τα τίμια βιβλία.
 
Η συγγραφή, το σετάρισμα, το στήσιμο και η έκδοση είναι όλα προσωπική δουλειά καθώς πρόκειται για αυτοέκδοση. Την έκδοση και διανομή έχει αναλάβει η άμαζον.
 
Αναζητήστε το στις διάφορες ευρωπαϊκές πλατφόρμες της amazon, (για λιγότερα έξοδα αποστολής), ενδεικτικά εδώ και για όσους είναι στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, εδώ.

Έγραψαν για το βιβλίο....

Στο βιβλιόφιλο blog "καφές και βιβλία" της Φαίης Βλάχου.

Ολόκληρη η ανάρτηση, εδώ

 


 


 Διαβάζοντας.....


 

"Ο Νούνος" στην παγωμένη Νορβηγία....

 

Λάβαμε στο inbox

Το βιβλίο διατίθεται για δανεισμό και ανάγνωση στις δημόσιες βιβλιοθήκες Κέρκυρας, Βέροιας και Ιωαννίνων

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Ο νούνος- Βιβλίο

Η ιστορία ενός Κερκυραίου στρατιώτη στις αρχές του περασμένου αιώνα, που συμμετείχε στο Σαραντάπορο, τους απελευθερωτικούς αγώνες, τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή.

Παράλληλα, η ζωή σε ένα μικρό χωριό της Κέρκυρας και οι αγωνίες των κατοίκων που βιώνουν και παρακολουθούν τις πολιτικές και τις διεθνείς εξελίξεις της εποχής, αγωνιώντας για τις τύχες τους και τις τύχες των παιδιών τους στο μέτωπο.

Με φόντο το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, η Θοδώρα, περιμένει τον αγαπημένο της Γιώργη να επιστρέψει από το μέτωπο, για να βάλουν επιτέλους μπρος το σπιτικό τους.

Ανακαλύψτε την αληθινή ιστορία του "νούνου", όπως εξιστορείται στο παρόν μυθ-ιστόρημα, εδώ

 


 
Διαθέσιμο απο τις πλατφόρμες της amazon σε έντυπη και σε ψηφιακή μορφή (e-book). 

*αναζητήστε το στις πλατφόρμες της amazon (.com, .co.uk, .it, .fr κλπ) πληκτρολογώντας στη γραμμή αναζήτησης τον τίτλο του βιβλίου σε εισαγωγικά