Από το βιβλίο μου "Ο Νούνος".
...Ψαλίδιζε το μουστάκι του ο Γιώργης εκείνο το πρωί και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Οι κακουχίες από τους αλλεπάλληλους πολέμους και την μακρόχρονη εκστρατεία του στον αφιλόξενο και ξένο ταυτόχρονα ετούτο τόπο τον είχαν καταβάλλει. Το μυαλό του πήγε στο χωριό. Θα ετοιμάζονταν όλοι για τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων.
Τα παιδιά θα χτυπάγανε τις πόρτες των σπιτιών με τη σειρά για να πουν τα κάλαντα και να αναγγείλουν το χαρμόσυνο γεγονός της Γέννησης. Θα ‘χανε χτυπήσει και την πόρτα της Θοδώρας, η οποία θα χε ακούσει τα μακροσκελή παραδοσιακά κάλαντα, που τα παιδιά τα λέγανε με όρεξη, ολόκληρα, για ώρα πολλή, εξιστορώντας τη γέννηση του Θεανθρώπου, τη θηριωδία του Ηρώδη, το άστρο που οδήγησε τους μάγους στη Βηθλεέμ... Και η Θοδώρα, για δώρο, θα τους έδινε μια χούφτα σύκα ξερά, καρύδια και φουντούκια για την ευλογία.
Ο παπα Σπύρος θα ετοίμαζε την εκκλησία για τη μεγάλη γιορτή. Θα σκόρπιζε δαφνόφυλλα και θα στόλιζε τις εικόνες ετοιμάζοντας το ναό για να ψάλλουν όλοι μαζί το «Η Γέννησή σου Χριστέ».
Σκέφτηκε τη Θοδώρα του. 25 Δεκέμβρη, ανήμερα Χριστούγεννα, τούτοι εδώ πολεμούσαν για να καταλάβουν τα υψώματα του Αφιόν Καραχισάρ. Η Θοδώρα του σίγουρα αυτή τη μέρα θα έβαζε τα καλά της και με την οικογένειά της, ή ίσως τον άντρα της αφού τώρα θα είχε πια παντρευτεί, θα έντυνε όμορφα τα παιδιά της και θα πήγαινε αχάραγα στην εκκλησία να παρακολουθήσει τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία.
Σταυροκοπήθηκε ο Γιώργης στη σκοπιά ξημερώματα της 25ης του Δεκέμβρη του 1921. Τη μέρα που γεννήθηκε ο Χριστός στη Γη, το «και επι Γης ειρήνη» πήγε περίπατο, αλλά τι σημασία είχε με τους αλλόθρησκους, που πίστευαν σε Αλλάχ αυτοί κι όχι στη γέννηση του Θεανθρώπου. Άραγε, πόσους να σκότωσε εκείνη τη μέρα; Πόσες Τουρκάλες μάνες να άφησε να κλαίνε τα παιδιά τους με τα πυρά του; «Αλλά καλύτερα να κλαίνε αυτές, παρά η δική μου, Χριστουγεννιάτικα», σκέφτηκε.
Άφησε για μια στιγμή το ψαλιδάκι που κρατούσε και κοιτάχτηκε καλά στον καθρέφτη. Είχε αλλάξει. Κόντευε πια τα τριάντα και στη ζωή του από όταν ενηλικιώθηκε δεν γνώρισε άλλο από πολέμους και σκοτωμούς. Κοίταξε το ταλαιπωρημένο του πρόσωπο. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Η όψη του έμοιαζε περισσότερο με όψη αλεπούς. Το βλέμμα του, γερακίσιο. Τόσα χρόνια στα μέτωπα και στον πόλεμο είχε μάθει να φυλάγεται, είχε μάθει να πονηρεύεται με το κάθε τι. Ήταν πια βετεράνος, όχι σαν τον αμούστακο Αντώνη που μπορεί να ‘χε κοφτερό μυαλό, διορατικότητα, να είχε μάθει και γράμματα στην Κρήτη αλλά από μάχες και πολέμους και σκοτωμούς δεν είχε ιδέα.
Τον είχε δίπλα του στις μάχες και τον προστάτευε όσο μπορούσε σαν δεύτερος πατέρας. Του είχε μάθει μερικά μυστικά της τέχνης του πολέμου για να μπορεί να προστατεύει τον εαυτό του όσο καλύτερα μπορούσε. Ευτυχώς, ανήκαν και οι δύο στο πυροβολικό κι επομένως δεν είχαν τακτικά μάχες σώμα με σώμα καθώς ο ρόλος τους ήταν περισσότερο υποστηρικτικός, να ρίχνουν βολές προς τα εμπρός καλύπτοντας το πεζικό που ήταν πιο μπροστά από τις δικές τους θέσεις.
Ανήμερα Χριστούγεννα κι αντίς να ‘ναι στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, που πάντα σφάζανε στο χωριό ένα γάλλικο (1) τούτος εδώ ήταν χαμένος στα βάθη της μικρασίας, μουσκεμένος ως το κόκκαλο, να φυλάει σκοπιά τουρτουρίζοντας απ’ το κρύο στα υψώματα και να λυκοφυλάει στις ερημιές μη τυχόν επιτεθούν οι Τούρκοι.
Έπεφτε ραγδαία η βροχή ξημερώνοντας η μέρα της γέννησης του Θεανθρώπου. Σ’ αυτά τα καταραμένα υψώματα το ψύχος ήταν τσουχτερό και η βροχή καταρρακτώδης και τον μούσκευε μέχρι το κόκκαλο. Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ ήρεμα. Κάθε τόσο ξεσπούσαν μάχες, συνήθως μεμονωμένες άλλοτε γενικευμένες. Οι δυο στρατοί είχαν παραταχθεί στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού και ζύγιζαν την κατάσταση. Οι Έλληνες ήθελαν να προχωρήσουν αλλά οι Τούρκοι δεν τους έδιναν την ευκαιρία.
Του ήρθε στο μυαλό ο γιος του παπα Σπύρου. «Πού στο καλό να ‘ναι αυτή η ψυχή;» αναρωτήθηκε. «Άραγες να ζει; Να σκοτώθηκε; Να ‘ναι καλά; Έλεγε οτι στη μικρασία θα έψαχνε να βρει το σπίτι του Καραγκιόζη. Ποιός ξέρει αν το βρήκε πράγματι...» Δεν ήξερε και δεν μπορούσε κανείς να του απαντήσει.
Εκείνος είχε καταταγεί στην ΙΙΙ Μεραρχία με διοικητή τον Μανουσογιαννάκη, έμπειρο στρατιωτικό. Σίγουρα θα τα κατάφερνε κι εκείνος καλά, κάποιον Άγιο θα ‘χε κι αυτός να τον φυλάει από ‘κει ψηλά. Θα τελείωναν όλα αργά ή γρήγορα και θα βρίσκονταν όλοι να γιορτάσουν στην πλατεία του χωριού με ένα μεγάλο ατέλειωτο γλέντι την επιστροφή στο χωριό. Εκεί θα ανακοίνωνε και τους γάμους του με τη Θοδώρα.
Χαμογέλασε αμυδρά. Θα ζούσε άραγε να τα δει αυτά να συμβαίνουν; Δεν ήξερε. Έπιασε ξανά το ψαλιδάκι κι άρχισε να περιποιείται το μουστάκι του με μικρές κοφτές κοψιές δεξιά κι αριστερά μέχρι να το φέρει στο επιθυμητό μήκος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου